Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

"οικολόγοι" της συμφοράς κατά ΕΝΑΚ



Νομού Κέρκυρας

Κέρκυρα 29 Μαΐου 2009

ΔΕΛΤΊΟ ΤΥΠΟΥ

Οικολόγοι της συμφοράς κατά ΕΝΑΚ

Μήνυση κατέθεσαν στελέχη των «οικολόγων» πράσινων Κέρκυρας κατά της ΕΝΑΚ και του Μάριου Άνθη γνωστού αγωνιστή της Αριστεράς της Κέρκυρας.

Τους ενόχλησαν - λέει - τα συνθήματα που είναι γραμμένα στους τοίχους της παλιάς πόλης.

Κάτι τέτοιο δεν έχουν αποτολμήσει ούτε ακροδεξιές φασιστικές οργανώσεις.
Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι το τι δεν έχει ενοχλήσει ακόμα τα στελέχη των δήθεν οικολόγων της συμφοράς.

Δεν τους έχει ενοχλήσει που μετά από 40 χρόνια ανηλεούς τουριστικής εκμετάλλευσης του νησιού , δεν έχουμε πόσιμο νερό.

Δεν τους έχει ενοχλήσει που οι όγκοι σκουπιδιών μας πνίγουν κάθε τόσο γιατί μετά από 40 χρόνια ανηλεούς τουριστικής εκμετάλλευσης του νησιού μας δεν έχει μεριμνήσει η πολιτεία για την ολοκληρωμένη διαχείριση των απορριμμάτων όπως ζητούν οι κάτοικοι του Τεμπλονίου και της Λευκίμμης με τους αγώνες τους τόσα χρόνια.

Δεν τους έχει ενοχλήσει η καταστροφή της Πυλίδας από την λειτουργία του Νταμαριού-τέρας απάνω στου Τρουμπέτα.

Δεν τους έχει ενοχλήσει που είμαστε η μοναδική πρωτεύουσα Νομού στην Ελλάδα (μετά από 40 χρόνια τουριστικής εκμετάλλευσης) που οι Νταλίκες διασχίζουν την κεντρική εμπορική πλατεία της πόλης μας.

Δεν τους έχει ενοχλήσει που η παλιά πόλη έχει μετατραπεί σε κοτέτσι με τα κλιματιστικά, τα καλώδια, τα αυτοκίνητα και τις κακόγουστες φτηνιάρικες και σκισμένες τέντες των καταστημάτων.

Τους ενόχλησε μια μικρή τοπική κίνηση που αντιστέκεται σε όλα αυτά;

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρόλο που δεν έχει την δυνατότητα να προβάλει τις θέσεις της ενόψει των Ευρωεκλογών (μιας και το σύνολο των κομμάτων -συμπεριλαμβανομένων- και των «οικολόγων» της συμφοράς μοίρασαν όλες τις δυνατότητες προβολής μεταξύ τους) απόφυγε και θα αποφύγει και στο μέλλον την αναγραφή συνθημάτων μέσα στην πόλη και ιδιαίτερα σε ιδιωτικούς και μνημειακούς χώρους (βεβαίως) .

Αυτό νομίζουμε ότι πρέπει να τηρήσουν όλες οι οργανώσεις και κινήσεις του νομού μας και πιστεύουμε ότι θα πρέπει εμείς οι ίδιοι να προστατεύσουμε τα μνημεία της πολιτιστική μας κληρονομιάς.

Η πολιτεία πρέπει να εξασφαλίζει το δικαίωμα των πολιτών να δημοσιοποιούν την άποψη τους και όχι να ασκεί διώξεις.

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΕΛΠΙΔΑΣ Αρθρο Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΣΗ

Το εγχείρημα της Αντικαπιταλιστικής Αριστερής Συνεργασίας για την Ανατροπή, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στην οποία συσπειρώθηκαν 11 οργανώσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, έχει σημαντικά πλεονεκτήματα και αποτελεί την πιο φερέγγυα λύση για κάθε κομμουνιστή, για κάθε αριστερό ριζοσπάστη


Αρθρο Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΣΗ


Ποια θα πρέπει να είναι η στάση των κομμουνιστών και άλλων αριστερών αντικαπιταλιστών πολιτών στις ευρωεκλογές της 7ης του Ιούνη;
Κατ' αρχήν μια θεμιτή και καθ' όλα σεβαστή στάση είναι εκείνη της αποχής από την εκλογική διαδικασία, στο βαθμό που αυτή υποδηλώνει τόσο την αντίθεση στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα όσο και την αναποτελεσματικότητα των εκλογών και των θεσμών, όπως το ευρωκοινοβούλιο, που προκύπτουν από αυτές και τούτο από τη σκοπιά της ανατροπής της κυρίαρχης καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων.
Τη στάση αυτή θα επιλέξουν, όπως πάντοτε, οι συνιστώσες του αντιεξουσιαστικού-αναρχικού χώρου, οι οποίες και αποτελούν κομμάτι της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με το οποίο, παρά τις όποιες διαφωνίες, θα πρέπει να επιδιώκεται η συνεργασία στο πεδίο των μαζικών αγώνων.
Την ίδια στάση είναι πολύ πιθανόν να ακολουθήσουν και πολλοί άλλοι κυρίως νέοι, απογοητευμένοι, τόσο από τα κόμματα εξουσίας όσο και από την κυρίαρχη Αριστερά. Και ανάμεσά τους υπάρχουν πολλοί που αύριο μπορεί να ενταχθούν σε ένα μαζικό κίνημα αντικαπιταλιστικής αντίστασης και ανατροπής.


Για όσους εκτιμούν ότι και οι εκλογές αποτελούν ένα, δευτερεύον έστω,μέσο πάλης υπάρχουν διάφορες επιλογές.


Μία από αυτές είναι το ΠΑΣΟΚ σαν το μη χείρον βέλτιστον σε σχέση με τη Ν.Δ. Ομως η παγκόσμια εμπειρία αλλά και το πρόσφατο ελληνικό παρελθόν της σοσιαλδημοκρατίας, μάλλον αποδεικνύουν ότι ακριβώς επειδή ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί τη σύγχρονη έκφραση του καπιταλισμού, όσοι, όπως το ΠΑΣΟΚ, δεν θέτουν σε αμφισβήτηση τον καπιταλισμό, μετατρέπονται και οι ίδιοι σε διεκπεραιωτές της νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Αυτό συμβαίνει και με το ΠΑΣΟΚ. Ετσι τα μόνα αριστερά στοιχεία που του απέμειναν, είναι ο ψευδεπίγραφος σοσιαλιστικός του τίτλος και ένας αριστερός λαϊκός κόσμος που το ακολουθεί μη έχοντας συνειδητοποιήσει ότι έχει μετατραπεί σε πράσινη Δεξιά.


Μια άλλη επιλογή είναι οι Οικολόγοι. Η δημοσκοπική και όχι μόνο προβολή τους από τα μέσα του συστήματος, σε συνδυασμό με τη συντηρητική μετάλλαξή τους σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, μάλλον σαν στημένο και ελεγχόμενο από το σύστημα κυματοθραύστη της λαϊκής δυσαρέσκειας μπορεί να τους χαρακτηρίσει, παρά σαν δύναμη ριζοσπαστικής Αριστεράς.


Απομένουν τα αριστερά σχήματα ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ, μεμονωμένες δυνάμεις της Αριστεράς όπως το Μ-Λ ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Οι δυνάμεις αυτές λόγω των πραγματικών ουσιαστικών διαφορών τους είναι αδύνατον να υλοποιήσουν την πτυχή της προτροπής του σεβάσμιου αγωνιστή της Αριστεράς Μανώλη Γλέζου για κοινή κάθοδο στις εκλογές.

Παρ' όλα αυτά η πρόταση Γλέζου δεν είναι ούτε «θέμα για επιθεωρήσεις», όπως έσπευσε να τη χαρακτηρίσει για να την απαξιώσει η Αλέκα Παπαρήγα, ούτε υλοποιείται μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως δήλωσε με περίσσια δόση αλαζονείας ο Αλέξης Τσίπρας.

Αντίθετα, όχι μόνον εκφράζει τον πόθο πολλών αγνών αριστερών, αλλά κυρίως την επιτακτική αναγκαιότητα κοινής, παρά τις διαφορές, δράσης ενάντια στη νεοφιλελεύθερη αντιλαϊκή λαίλαπα. Ως εκ τούτου με αυτήν τη μορφή θα πρέπει να υιοθετηθεί και να σφυρηλατηθεί στο πεδίο των καθημερινών αγώνων και τούτο πέρα από τις όποιες εκλογικές συνεργασίες.

Μπροστά λοιπόν σε αυτήν τη διασπασμένη εκ των πραγμάτων Αριστερά τι να επιλέξει κάποιος που πρεσβεύει την ανατροπή του καπιταλισμού και την επικράτηση της κατώτερης φάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας, του σοσιαλισμού;


Ο ΣΥΡΙΖΑ και πιο ειδικά η κύρια συνιστώσα του, ο Συνασπισμός, παρά την αριστερή στροφή του στη μετά Κωνσταντόπουλο εποχή, συνεχίζει να αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από ΠΑΣΟΚους με πολιτικά, κι ακόμη από βαθύτατα συντηρητικές δυνάμεις, όπως με τον πιο περίτρανο τρόπο αποδείχτηκε πρόσφατα στον χώρο των πανεπιστημιακών. Στην κάθε περίπτωση, ακόμη και η κυρίαρχη αριστερή συνιστώσα του δεν προχωρεί πέρα από μια αντινεοφιλελεύθερη στάση και τελικά πέρα από την ουτοπία ενός καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο. Πιο ειδικά, ο φιλοευρωπαϊκός προσανατολισμός του είναι τέτοιος που ούτε την από μέρους του επικρότηση της συνθήκης του Μάαστριχτ δεν τολμά να αναιρέσει.


Το ΚΚΕ παρά τις θετικές διακηρύξεις του περί αναγκαιότητας του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, παρά το ότι είναι αναμφίβολα η πλέον μαζική οργανωμένη αριστερή δύναμη αντίστασης, παρά τη σαφή του στάση ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα, με αποκορύφωμα το 18ο Συνέδριό του, έχει περάσει στην πλέον σεχταριστική περίοδο της μεταπολεμικής του ιστορίας.

Ο απομονωτισμός και η αντιμετωπική τακτική τού έχει γίνει δεύτερη φύση. Η ίδια η έννοια της Αριστεράς αμφισβητείται από επιφανή στελέχη του για να καταδειχτεί και με αυτόν τον τρόπο η μοναδικότητά του.

Πρόσφατα, επικύρωσε με τον πλέον επίσημο τρόπο τη σταλινική του στροφή αποδεικνύοντας ότι το όραμά του για το μέλλον είναι και οι πλέον σκοτεινές πτυχές του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Τέλος, κατά τη διάρκεια του νεολαιίστικου ξεσπάσματος του Δεκέμβρη, εκδήλωσε έντονα συντηρητικά χαρακτηριστικά θέτοντας σε αμφισβήτηση τον όποιο μέχρι σήμερα ριζοσπαστικό του χαρακτήρα.

Ετσι διέψευσε τις προσδοκίες που δημιούργησε σε ορισμένους από εμάς, μετά την έστω και άδηλη αυτοκριτική του απέναντι στα ατοπήματα της κυβέρνησης Τζαννετάκη και της ίδρυσης του Συνασπισμού, την προβολή της εναλλακτικής του σοσιαλισμού, τα όποια άτολμα έστω ανοίγματά του σε δυνάμεις πέρα από το ίδιο, τη δειλή έστω ανοχή της κριτικής στάσης απέναντι στον «υπαρκτό».


Οι διάφοροι μοναχικοί καβαλάρηδες της Αριστεράς τύπου ΜΛ-ΚΚΕ, παρά τη συνέπειά τους στο πεδίο των καθημερινών αγώνων, συνέπεια η οποία αφορά και τη μετωπική τους στάση στις μάχες του μαζικού κινήματος, εκτός του ότι δεν απέχουν ουσιαστικά πολύ από την πρόσφατη ανάλυση του ΚΚΕ περί «υπαρκτού», παρά την κρισιμότητα των καιρών, φαίνεται να θέτουν υπεράνω όλων την καθαρότητα του μικρομάγαζού τους.


Το εγχείρημα της Αντικαπιταλιστικής Αριστερής Συνεργασίας για την Ανατροπή, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στην οποία συσπειρώθηκαν 11 οργανώσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς έχει σημαντικά πλεονεκτήματα και αποτελεί την πιο φερέγγυα λύση για κάθε κομμουνιστή, για κάθε αριστερό ριζοσπάστη.
* Η συγκρότησή του και μόνον αποτελεί απτή απόδειξη μιας αντισεχταριστικής στάσης, απόδειξη κατανόησης της αναγκαιότητας συγκρότησης ενός αντικαπιταλιστικού-αντιιμπεριαλιστικού μετώπου.
* Οι συνιστώσες της έχουν αποδείξει με τη στάση τους στους μαζικούς αγώνες και πιο ειδικά με τη στάση τους τον τελευταίο Δεκέμβρη ότι το κύριο μέλημά τους δεν είναι να καθησυχάσουν τους «φιλήσυχους πολίτες», αλλά να πλήξουν και τελικά να ανατρέψουν το σύστημα.
* Οι ίδιες συνιστώσες αντιμετωπίζουν κριτικά τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και ταυτόχρονα έχουν ανοίξει διάλογο για τον σοσιαλισμό του μέλλοντός μας.
* Οι θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ενάντια στην Ε.Ε. είναι σαφέστατες θέτοντας ξεκάθαρα και το ζήτημα της αποδέσμευσης από αυτήν.
* Οι σύντροφοι που συγκροτούν τους ηγετικούς πυρήνες των οργανώσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ειδικότερα εκείνοι του ΝΑΡ, για την ιστορική ηγεσία του οποίου τυχαίνει να έχω ιδία αντίληψη, είναι γνήσιοι αγωνιστές της κομμουνιστικής Αριστεράς, οι οποίοι δεν θρέφονται από την πολιτική, όπως οι γραφειοκράτες, αλλά υπηρετούν ανιδιοτελώς την υπόθεση στην οποία έχουν ταχθεί.


Βεβαίως, η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι μόνον η αρχή μιας επίπονης διαδικασίας, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη, και κανείς δεν μπορεί να προδικάσει ούτε τις δυνατότητες διείσδυσής της σε ευρύτερες λαϊκές μάζες ούτε την ίδια τη συνέπεια όλων των συνιστωσών της.

Πάντως με τα σημερινά δεδομένα η εκλογική και κυρίως η μετεκλογική στήριξή της αποτελεί μια έντιμη, ξεκάθαρα αντικαπιταλιστική, συγκρουσιακή, μετωπική, αντισεχταριστική στάση, μια επένδυση ελπίδας για το κόκκινό μας μέλλον. *

Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

Επιτυχημένη εκδήλωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην Κέρκυρα


Ο Παναγιώτης Μαυροειδής έκανε μια εκτενή παρουσιάση των θέσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο φόντο της οικονομικής κρίσης και των εξελίξεων στο αντικαπιταλιστικό κίνημα διεθνώς.
Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο υποψήφιος ευρωβουλευτής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ Βασίλης Καραβαζάκης , αγρότης και αγωνιστής του κινήματος των Λευκιμαίων και αναφέρθηκε τόσο στην ελπιδοφόρα συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ όσο και στις προοπτικές του αγώνα των Λευκιμαίων για την αποτροπή του οικολογικού εγκληματος που επιχειρήται σε βάρος της Λευκίμμης.
Ακολούθησε συζήτηση πάνω στην ανάγκη στράτευσης για την επιτυχία της εκλογικής μάχης και την δημιουργία του πόλου της Αντικαπιταλιστικής αριστεράς .

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Τρώνε με 100 μασέλες

ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α
Μέτωπο της Αντικαπιταλιστικής, Επαναστατικής
Κομμουνιστικής Αριστεράς και της Ριζοσπαστικής Οικολογίας


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΕΚΛΟΓΕΣ - ΦΙΜΩΣΗΣ ΣΤΟ ΦΟΝΤΟ ΤΩΝ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΕΩΝ

Οι μάσκες πέφτουν για μια ακόμη φορά. Όλο το παλιό κομματικό σκηνικό επιχορηγείται και με το παραπάνω από τον κρατικό προϋπολογισμό, δηλαδή τα χρήματα των φορολογούμενων, ώστε να μπορέσει με τη βοήθεια του πληρωμένου τηλεοπτικού, ραδιοφωνικού χρόνου να επαναεπιβεβαιώσει την κυριαρχία του.

Δεν έφταναν λοιπόν τα 65 εκατομμύρια της τακτικής ενίσχυσης που λαμβάνουν τα πέντε κοινοβουλευτικά κόμματα (Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΛΑΟΣ), άλλα 13 εκατομμύρια ευρώ έρχονται να προστεθούν ως έκτακτη επιχορήγηση!!!
Μοιράζουν μεταξύ τους τον τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό χρόνο και με τη βοήθεια των μεγιστάνων των Μ.Μ.Ε. προσπαθούν να ποδηγετήσουν κάθε φωνή αντίστασης, να καναλιζάρουν τις απόψεις της εργαζόμενης πλειοψηφίας, να διαιωνίσουν το σάπιο πολιτικό καθεστώς τους.
Ταυτόχρονα έχουν και το δωρεάν χρήμα για να πληρώνουν τα υπέρογκα ποσά που απαιτούνται για ένα τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό μήνυμα μπροστά στις Ευρωεκλογές.

Και Ν.Δ και ΠΑΣΟΚ έχουν ως πάγια πολιτική τακτική την απομύζηση των κρατικών επιχορηγήσεων (το δεν έχουμε χρήματα ισχύει μόνο για τις δίκαιες οικονομικές διεκδικήσεις των εργαζομένων, για τις δαπάνες για παιδεία , υγεία και ασφάλιση) .
Aρνητική εντύπωση προκαλεί η στάση της επίσημης αριστεράς ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ που δεν έχουν πει κουβέντα για αυτό το οικονομικό όργιο συνδιαλλαγής αλλά ούτε για τον ουσιαστικό αποκλεισμό από τα Μ.Μ.Ε των μικρότερων κομμάτων και κυρίως εκείνων των φωνών που μπορούν να γίνουν επικίνδυνες για το σύστημα.

Η ΑΝΤικαπιταλιστική ΑΡιστερή ΣΥνεργασία για την Ανατροπή, η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α καταγγέλλει αυτή την απαράδεκτη, αντιδημοκρατική και ολοκληρωτική μεθόδευση, που ως ερπύστρια προσπαθεί να καταπνίξει κάθε φωνή του κινήματος, κάθε άλλη αριστερή φωνή έξω από τις καθεστωτικές δυνάμεις (Ν.Δ – ΠΑΣΟΚ – ΛΑΟΣ) και τη συμβιβασμένη αριστερά (ΚΚΕ – ΣΥΡΙΖΑ).
Οι δυνάμεις της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α οι αγωνιστές της αριστεράς θα δώσουν και τη μάχη των ευρωεκλογών ώστε η φωνή τους να φτάσει σε κάθε εργαζόμενο και νεολαίο με όλες τους τις δυνάμεις σπάζοντας στην πράξη το πέπλο σιωπής που επιβάλλει για την προστασία του το πολιτικό κατεστημένο.
Γι αυτό σας καλούμε να παρακολουθείτε το site μας, antarsya.org ώστε να ενημερώνεστε για τις απόψεις μας.

Αθήνα 20 Μάη 2009

ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η Κομμουνιστική Ανανέωση

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ
Σόλωνος 120 Τηλ 210 3835356- Fax: 210 3835431- e-mail: komman@otenet.gr

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η Κομμουνιστική Ανανέωση, αφού παρακολούθησε συστηματικά τις διαδικασίες που οδήγησαν στην συγκρότηση του Μετώπου των Δυνάμεων της Αντικαπιταλιστικής, Επαναστατικής, Κομμουνιστικής Αριστεράς και της Ριζοσπαστικής Οικολογίας (ΑΝΤικαπιταλιστική ΑΡιστερή ΣΥΝεργασία για την Ανατροπή)- (ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.), με απόφαση της Πολιτικής της Επιτροπής της 12/4/09, αποφάσισε την συμμετοχή της στο Μέτωπο αυτό.
Εκτίμηση της Κομμουνιστικής Ανανέωσης είναι ότι το Μέτωπο αυτό προσεγγίζει σε σημαντικό βαθμό τα χαρακτηριστικά του Μετώπου που και εμείς θεωρούμε ως αναγκαίο από τη συγκρότησή μας. Αντίπαλος μας είναι η αστική πολιτική και οι πολιτικές δυνάμεις που υπηρετούν το κεφάλαιο.
Καθήκον του Mετώπου είναι να θωρακίσει το φυσικό εχθρό του κεφαλαίου, την εργατική τάξη, με τα θεωρητικά και πρακτικά εργαλεία που θα την ωθήσουν να παίξει τον πολιτικό ρόλο που της αρμόζει.
Είναι σαφές για μας ότι το Μέτωπο αυτό δεν εξαντλείται στην εκλογική κάθοδο αλλά έχει προοπτική την διεύρυνσή του και την εκπόνηση ενός Ριζοσπαστικού Προγράμματος που θα συνδέει τα άμεσα αιτήματα της εργατικής τάξης με τον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού, για την Εργατική Εξουσία και το Σοσιαλισμό.


Η Γραμματεία της Κομμουνιστικής Ανανέωσης

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Έφυγε ο Κώστας Μπατίκας

Ανακοίνωση του Νέου Αριστερού Ρεύματος


Έφυγε από τη ζωή την Κυριακή 17 Μαΐου σε ηλικία 64 ετών, ο Κώστας Μπατίκας, αγωνιστής του κομμουνιστικού κινήματος από την περίοδο της δικτατορίας μέχρι σήμερα.

Κατά τη διάρκεια της χούντας αναπτύσσει σημαντική αντιδικτατορική δράση στο φοιτητικό και μεταναστευτικό κίνημα μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ.

Υπήρξε μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ από το 10ο συνέδριο (1978) μέχρι το καλοκαίρι του 1989, όταν συγκρούστηκε με τον κυβερνητισμό και τον ιδεολογικό εκφυλισμό της ηγεσίας του ΚΚΕ.

Μαζί με άλλα στελέχη και μέλη του ΚΚΕ που αποχώρησαν την ίδια περίοδο, υπήρξε συνιδρυτής του Νέου Αριστερού Ρεύματος.

Αποχώρησε από το ΝΑΡ το 1991 μαζί με άλλους συντρόφους που διαφώνησαν σε ζητήματα θεωρίας και στρατηγικής.

Το 1992 πρωτοστατεί στην έκδοση του θεωρητικού – πολιτικού περιοδικού «Αριστερή Ανασύνταξη», καθώς και στην ίδρυση της ομώνυμης οργάνωσης. Από τη συνένωση της «Αριστερής Ανασύνταξης» με την οργάνωση «Εργατική Πολιτική», προέκυψε το 2007 η κομμουνιστική οργάνωση ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ, της οποίας ο Κώστας Μπατίκας υπήρξε ιδρυτικό μέλος και θεωρητικός νους.
Το Νέο Αριστερό Ρεύμα με ανακοίνωσή του εκφράζει τα συλλυπητήρια του στους συντρόφους της Κ.Ο. Ανασύνταξη και στους οικείους του. Τιμά τον επαναστάτη, ασυμβίβαστο, σκεπτόμενο και μαχόμενο κομμουνιστή που έφυγε.

Η κηδεία του Κώστα Μπατίκα θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 19 Μαΐου στις 4 η ώρα στο νεκροταφείο Νέας Σμύρνης. Η νεκρώσιμη πομπή θα ξεκινήσει στις 3 από το σπίτι του στην οδό Άνοιξης 3, Πλατεία Άνοιξης στη Νέα Σμύρνη.

Σάββατο, 16 Μαΐου 2009

Το ψηφοδέλτιο των Ευρωεκλογών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ


Ο σύντροφος Βασίλης Καραβαζάκης , αγρότης ,στέλεχος του ΕΚΚΕ και αγωνιστής της εξέγερσης των Λευκιμμιωτών υποψήφιος με το ψηφοδέλτιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ
.................................................................................................................

Ψηφοδέλτιο της Αντικαπιταλιστικής Συνεργασίας για την Ανατροπή - ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Μέτωπο της αντικαπιταλιστικής, επανασταστατικής
κομμουνιστικής Αριστεράς και της ριζοσπαστικής Οικολογίας.

..................................................................................................................

Υποψήφιοι για τις Ευρωεκλογές 2009

1.Αργύρη Νίκη, φοιτήτρια, μέλος Συντονιστικού Γενικών Συνελεύσεων και Καταλήψεων, Αθήνα, ΣΕΚ

2.Αρχοντής Χαρίλαος, αγρότης, αναπληρωτής γραμματέας Ενωτικής Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων Λάρισας και μέλος Ε.Γ. ΠΑΣΥ, Θεσσαλία, Κομμουνιστική Ανανέωση

3.Βαζούρα Σόνια, μέλος Συντονιστικού Ωρομίσθιων Εκπαιδευτικών, Αθήνα, ΑΡΑΣ

4.Γρόλλιος Γιώργος, αναπληρωτής καθηγητής ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, ανένταχτος

5.Δεσύλλας Δημήτρης, πρώην ευρωβουλευτής, Αθήνα, ΝΑΡ

6.Διαβολάκης Θανάσης, μέλος ΔΣ ΟΙΕΛΕ, Αθήνα, ανένταχτος

7.Διονυσόπουλος Παρασκευάς, αγροτοσυνδικαλιστής, Μεσσηνία, ανένταχτος

8.Καγιά Αργυρώ, γιατρός, πρώην μέλος Συντονιστικού Γενικών Συνελεύσεων και Καταλήψεων, Αθήνα, ΑΡΑΝ

9.Καραβαζάκης Βασίλης, αγρότης, αγωνιστής από τη Λευκίμμη, Κέρκυρα, ΕΚΚΕ

10.Κοιλάκου Σύλβια, μηχανικός, πρόεδρος Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών, Αθήνα, ΝΑΡ

11.Κούτρας Γιάννης, γιατρός, μέλος Επιτροπής Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, Θεσσαλονίκη, ΣΕΚ

12.Μος - Σύψα Αθηνά, δημοσιογράφος, μέλος ΔΣ ΠΟΕΣΥ, Αθήνα, ΟΚΔΕ Σπάρτακος

13.Μπίστης Χρίστος, Αθήνα, ΕΚΚΕ

14.Παπαδάκης Κώστας, δικηγόρος, πρώην μέλος ΔΣ ΔΣΑ, Αθήνα, ανένταχτος

15.Παπακωνσταντίνου Πέτρος, δημοσιογράφος, συγγραφέας, Αθήνα, ΝΑΡ

16.Παυλόπουλος Γιώργος, μέλος ΔΣ Συλλόγου Προσωπικού Alpha Bank, Αθήνα, ΑΡΑΝ

17.Πράσος Στέφανος, εργάτης ορυχείων ΔΕΗ, πρόεδρος Σωματείου Ενέργειας «Εργατική Αλληλεγγύη», Κοζάνη, ΝΑΡ

18.Σαραφιανός Δημήτρης, δικηγόρος, μέλος ΔΣ ΔΣΑ, Αθήνα, ΑΡΑΣ

19.Σηφακάκης Γιάννης, συντονιστής Συμμαχίας Σταματήστε τον Πόλεμο, Αθήνα, ΣΕΚ

20.Στύλλου Μαρία, εκδότης περιοδικού «Σοσιαλισμός από τα Κάτω», Αθήνα, ΣΕΚ

21.Τσάδαρη Σοφία, αρχιτέκτονας, πρώην μέλος Συντονιστικού Γενικών Συνελεύσεων και Καταλήψεων, Αθήνα, νεολαία Κομμουνιστική Απελευθέρωση

22. Χατζηπαναγιώτου Δημήτρης, δικηγόρος, Αθήνα, Οικολόγοι Εναλλακτικοί


Στους 22 υποψηφίους, δέκα είναι εργαζόμενοι, ένας απ’ αυτούς βιομηχανικός εργάτης, τρεις αγρότες και αγροτοσυνδικαλιστές, τρεις της γενιάς των καταλήψεων κατά του άρθρου 16 και του Δεκέμβρη, δυο πρόεδροι σωματείων, 16 είναι ή διετέλεσαν μέλη διοικήσεων μαζικών φορέων, ένας καθηγητής πανεπιστημίου, τέσσερα στελέχη της «ιστορικής Αριστεράς».

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Η εκδίκηση του Δεκέμβρη

Ανακοίνωση της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση


Με αποτυχία στρέφεται η προσπάθεια της κυβέρνησης της ΝΔ και του συμπολιτευόμενου ΠΑΣΟΚ να μεταφέρουν μέσω των κομματικών τους παρατάξεων τις φοιτητικές εκλογές στις 13 Μάη.

Στόχος του αστικού μπλοκ εξουσίας ήταν η απομάκρυνση της ημερομηνίας των φοιτητικών εκλογών από τις ζωντανές διαδικασίες του φοιτητικού κινήματος και η ταυτόχρονη μεταφορά της στην καρδιά της προεκλογικής περιόδου των Ευρωεκλογών.

Σε μια χρονιά που σφραγίστηκε από το κίνημα του Δεκέμβρη και σε μια περίοδο ευρύτερης αναζήτησης και ριζοσπαστικοποίησης της νεολαίας, η μείωση της συμμετοχής είναι αποτέλεσμα της αποσυσπείρωσης των δυνάμεων της αστικής πολιτικής και κυρίως της κυβερνητικής ΔΑΠ - ΝΔΦΚ.
Με βάση τα αποτελέσματα στις πρώτες 66 σχολές αποτυπώνεται για τη ΔΑΠ μια σαφής τάση φθοράς που θα ξεπεράσει τις 2,5 ποσοστιαίες μονάδες.

Η πτώση αυτή αποτελεί συνέχεια της φθοράς της κυβερνητικής παράταξης τα τελευταία χρόνια. Στο πρόσωπο της ΔΑΠ πληρώνει η κυβέρνηση Καραμανλή τον πόλεμο που κήρυξε στη νεολαία. Πληρώνει το μέλλον της ανεργίας, της νέας φτώχειας και της μισής ζωής που τάζει στους νέους, πληρώνει τον αυταρχισμό και την καταστολή.
Η ΠΑΣΠ αδυνατεί να εισπράξει τη δυσαρέσκεια ενάντια στην κυβέρνηση.

Δεν πείθει πλέον κανέναν ότι είναι αντιπολίτευση.

Το απέδειξε έμπρακτα με τη συμμαχία της - για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρονιά - με τη ΔΑΠ για τη μεταφορά της ημερομηνίας των φοιτητικών εκλογών, όπως το αποδεικνύει και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ σε κάθε κρίσιμη καμπή για το σύστημα (Δεξιά αντιπολίτευση στη ΝΔ τον Δεκέμβρη, στο ζήτημα του ασύλου κ.α.)
Η ΠΚΣ με την πτώση των εκλογικών της ποσοστών πληρώνει τη στάση της στο κίνημα.

Η ΚΝΕ κρατώντας εχθρική στάση στους αγώνες της νεολαίας (βλ. Δεκέμβρης) ακόμη και όταν σύρεται σε αυτούς (βλ. φοιτητικό κίνημα 2006-07) αδυνατεί να επικοινωνήσει με τη νεολαιίστικη ριζοσπαστικοποίηση.
Η ΑΡΕΝ του Συνασπισμού, παρά την προνομιακή της μεταχείριση από τα αστικά ΜΜΕ, σημειώνει οριακή πτώση.

Όσο και αν προσπάθησε να καπηλευτεί το κίνημα δεν μπόρεσε να αποκρύψει την φιλο-ΕΕ και εντός των ορίων του σημερινού συστήματος λογική της.
Η αντικαπιταλιστική πτέρυγα της ΕΑΑΚ καταγράφει σημαντική άνοδο.

Η μαχητική στάση της σε όλους τους νεολαιίστικους αγώνες και ο ρόλος της ως πολιτικό νεύρο του Φοιτητικού Κινήματος την αναδεικνύουν στην πιο συσπειρωμένη δύναμη των φοιτητικών εκλογών.

Αυτή η συσπείρωση είναι πάνω από όλα μια σημαντική παρακαταθήκη για την επόμενη μέρα του φοιτητικού κινήματος και σημαντική συμβολή στην υπόθεση της συγκρότησης του πόλου της αντικαπιταλιστικής αριστεράς

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

Βασίλης Μηνακάκης- ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Η κρίση και το εργατικό κίνημα

Του ΒΑΣΙΛΗ ΜΗΝΑΚΑΚΗ

Οι κρίσεις σημεία τομής για την Αριστερά






Από την κρίση του 1847 ως εκείνη του 1873 κι από το κραχ του 1929 ως την κρίση του 1973, έχει γίνει φανερό πως κάθε ιστορική καμπή του καπιταλισμού είναι, ταυτόχρονα, καμπή μακροπρόθεσμης σημασίας για το εργατικό κίνημα και για την Αριστερά.

Είναι σημείο τομής που καθορίζει για πολλές δεκαετίες τους όρους της ταξική πάλης.
Κι αυτό γιατί κάθε κρίση -πολύ περισσότερο οι κρίσεις-ορόσημο- έχει μια διπλή διάσταση, για το κεφάλαιο: καταστροφική και δημιουργική.

Είναι μορφή εκρηκτικής εκδήλωσης των αντιθέσεων της κεφαλαιοκρατίας (και πρώτα απ’ όλα της αντίθεσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης) και παράλληλα μορφή βίαιης επίλυσης των αντιθέσεων αυτών.

Είναι μια εκρηκτική έκφραση της αδυναμίας του μέχρις εκείνη τη στιγμή κυρίαρχου αστικού μοντέλου συσσώρευσης-διευρυμένης αναπαραγωγής και πολιτικής κυριαρχίας-νομιμοποίησης, μα και ταυτόχρονα μια έκφραση της δυνατότητας του κεφαλαίου να αποκαθιστά -αν του το επιτρέψουν το εργατικό κίνημα και η Αριστερά- ένα νέο «υπόδειγμα» επικερδούς αξιοποίησης του κεφαλαίου και πολιτικής θωράκισης της αστικής κυριαρχίας.

Κατ’ αναλογία, κάθε τέτοια κρίση έχει αποδειχτεί τα τελευταία 150 χρόνια ότι είναι επίσης στιγμή… κρίσης-δοκιμασίας για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά.

Θέτει σε δοκιμασία τα ερμηνευτικά-θεωρητικά τους εργαλεία, την πολιτική και ιδεολογική τους φυσιογνωμία, τη σύνδεση με τις μάζες και το ρόλο στο κίνημα, την οργανωτική συγκρότηση και, πάνω απ’ όλα, την πολιτική γραμμή – δηλαδή τη γραμμή πρακτικής σύνδεσης της στρατηγικής με την τακτική. Και επομένως έχει μια «καταστροφική» πλευρά -με την έννοια ότι οδηγεί αναγκαστικά στην απαξίωση και ενδεχομένως στην απομάκρυνση από τις αναποτελεσματικές και τις αντιστοιχούσες στην προ κρίσης περίοδο πρακτικές- και μια «δημιουργική» -με την έννοια ότι πρέπει να οδηγεί σε ταξικές πολιτικές και πρακτικές που αντιστοιχούν, από χειραφετητική, επαναστατική και κομμουνιστική σκοπιά, στα νέα δεδομένα που κάθε φορά διαμορφώνουν οι εκδηλώσεις της κρίσης και η αστική γραμμή υπέρβασής της.

Τούτη η σκληρή αλήθεια ισχύει στο ακέραιο και για την παρούσα κρίση-σταθμό του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού, που μοιάζει για μια ακόμη φορά να επαναφέρει με εκρηκτικό και ιστορικό τρόπο το ερώτημα: υπέρβαση της κρίσης με ανασυγκρότηση του καπιταλισμού σε ακόμη πιο εκμεταλλευτική και καταπιεστική βάση ή τολμηρή ανασυγκρότηση σε ταξική κι επαναστατική βάση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς, τέτοια που θα βάζει φραγμό στην αστική πολιτική, θα δημιουργεί ρήγματα, θα την ανατρέπει, από τη σκοπιά και με ορίζοντα την κατάργηση της μισθωτής εργασίας και την κομμουνιστική χειραφέτηση;
Από κάθε μεγάλη κρίση εξερχόταν αξιοποιώντας “μεγάλες ιδέες”…
Η κρίση που έχει εκδηλωθεί με πιο έντονο τρόπο από τα μέσα του περασμένου Σεπτέμβρη συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να τη χαρακτηρίσουν κρίση-σταθμό: βάθος, διάρκεια, καθολικότητα, διεθνικό χαρακτήρα, πολιτικούς και ιδεολογικούς τριγμούς.

Ταυτόχρονα, τόσο η κρίση όσο και η διαφαινόμενη -αν και όχι ακόμη πλήρως αποκρυσταλλωμένη- αστική γραμμή υπέρβασής της συγκεντρώνουν όλα εκείνα τα στοιχεία που αλλάζουν εκ βάθρων το τοπίο της ταξικής πάλης.

Μπορούμε, σε αυτό το πλαίσιο, να καταγράψουμε:Τη δραματική συρρίκνωση του εργατικού εισοδήματος, άμεσα (μέσω της μισθολογικής λιτότητας) και κυρίως έμμεσα (μέσω της πλήρους καταστροφής κάθε ψήγματος κοινωνικής προστασίας και της αγριότατης φορολογίας, για να καλυφθούν τα ελλείμματα που θα δημιουργήσουν τα πακέτα ρευστότητας προς τις τράπεζες κ.λπ.), η οποία θα σπρώξει την πλειονότητα των εργαζομένων κοντά -ή και κάτω- από το φυσικό όριο της αξίας της εργατικής δύναμης.

Την κατάργηση κάθε έννοιας σταθερότητας και σχετικής ασφάλειας στις σχέσεις εργασίας στον ίδιο τον κορμό της ως τώρα σταθερά απασχολούμενης εργατικής τάξης που, σε συνδυασμό με την έκρηξη της ανεργίας και τις νέες μορφές εξαρτημένης εργασίας (μπλοκάκια, υπεργολαβίες κ.λπ.), θα δημιουργήσουν έναν ωκεανό επισφαλούς εργασίας και θα παραδώσουν με τον πιο ωμό τρόπο τις συνθήκες απασχόλησης στο βωμό του εργοδοτικού δεσποτισμού και του μέγιστου κέρδους.

Τον πρωτοφανή κατακερματισμό του εργατικού δυναμικού και την καταθλιπτική γενίκευση της ανασφάλειας σε όλες τις πτυχές του εργασιακού και κοινωνικού βίου, σε σημείο που τίποτα πλέον να μη θεωρείται πιο βέβαιο από το ότι όλα είναι αβέβαια και ότι τίποτα δεν εγγυάται με σιγουριά μια καλύτερη ζωή – αντίθετα, αν συνεχίσουν να κινούνται τα πράγματα με τη σημερινή τους φορά, οι εργατικές και νεολαιίστικες ανάγκες δύσκολα πολύ θα βγουν από το τούνελ.

Τούτες οι τρεις καθοριστικές κοινωνικές παράμετροι συνυπάρχουν με άλλες δύο πολιτικές και ιδεολογικές παραμέτρους, εξίσου σοβαρές.

Πρώτον. Απ’ όλες τις αντίστοιχου χαρακτήρα κρίσεις η αστική τάξη κατάφερνε να βρει διέξοδο έχοντας στις σημαίες της μεγάλες ιδέες (του Κέινς το 1929, του Φρίντμαν το 1973), μεγάλες τεχνολογικές και οργανωτικές καινοτομίες στην ίδια τη διαδικασία της παραγωγής (το φορντισμό ή την πληροφορική) και κεντρικές ατμομηχανές που ανέβαζαν την απασχόληση και την παραγωγικότητα της εργασίας - δηλαδή έχοντας αξιακές, κοινωνικές και οικονομικές προτάσεις που μπορούσαν να συμπαρασύρουν μαζικά τμήματα της εργαζόμενης πλειοψηφίας, να εξασφαλίσουν κοινωνικές συναινέσεις και να νομιμοποιήσουν στα μάτια των εργαζομένων την ακολουθούμενη πολιτική, στρώνοντας το έδαφος και για σχετικά σταθερές προτάσεις πολιτικής διαχείρισης.

Σήμερα, ωστόσο, δεν φαίνεται να υπάρχουν (για την ώρα;) στο αστικό στρατόπεδο τέτοιες ελπιδοφόρες σημαίες, ικανές να οδηγήσουν σε κάποιας μορφής και κάποιας μαζικότητας «κοινωνικά συμβόλαια».

Το αντίθετο, οι μόνες σημαίες που υψώνονται είναι αυτές της ανοιχτής πειρατείας στις εργατικές ανάγκες, των πολέμων και της λεηλασίας της φύσης – σημαίες που δύσκολα οικοδομούν μαζικά κοινωνικά συμβόλαια και, ακριβώς γι’ αυτό, ενσωματώνουν στα χρώματά τους πολιτικά περισσότερο από ποτέ το δίπολο πολιτική περιθωριοποίηση-άγρια καταστολή.

Δεύτερον, όλες οι αντίστοιχου χαρακτήρα κρίσεις συνοδεύτηκαν από κορυφαίες στιγμές του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς – κυρίως πριν από αυτές, όμως, και λιγότερο μετά: η κρίση των μέσων του 19ου αιώνα με τις επαναστάσεις του 1848, του 1873 με την Κομμούνα, του 1929 με την Οκτωβριανή και την Ισπανία, του 1973 με τα κινήματα του ‘68.

Χωρίς καμιά διάθεση να μειωθεί η αξία των ριζοσπαστικών σκιρτημάτων της προηγούμενης περιόδου, βέβαιο είναι ότι αυτά ως ποιότητες είναι αρκετά υποδεέστερα από τα αντίστοιχά τους των προηγούμενων κρίσεων.
Κι επίσης, χωρίς καμιά πρόθεση να μειωθεί η συμβολή κανενός, βέβαιο είναι ότι η ποιότητα και η εμβέλεια των υπαρχουσών πολιτικών γραμμών και προτάσεων που κυκλοφορούν στην Αριστερά είναι συνήθως πολύ πιο πίσω από τις ανάλογές τους.

Με αυτή την έννοια, η «στιγμή» της παρούσας κρίσης μοιάζει να ενσωματώνει τα στοιχεία μια διπλής κατάρρευσης: του υπαρκτού ολοκληρωτικού καπιταλισμού και του υπαρκτού εργατικού και αριστερού κινήματος (όχι πια γιατί ταυτίζονται με τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», αλλά γιατί αδυνατούν να αναμετρηθούν με τον «υπαρκτό καπιταλισμό» και την κρίση του, εκπληρώνοντας τον καταστατικό τους ρόλο). Αλλά και τα στοιχεία μιας διπλής απόγνωσης και μιας διπλής αναζήτησης: απέναντι στα αδιέξοδα που σωρεύει ο καπιταλισμός και απέναντι στα αδιέξοδα που έχουν το εργατικό κίνημα και η Αριστερά.

Τα προαναφερθέντα δεδομένα, στο σύνολό τους, μοιάζουν με χειροβομβίδα που την κρατούν στο χέρι τους και η αστική τάξη και το εργατικό κίνημα και η Αριστερά. Μόνο που αυτή δεν θα εκραγεί στα χέρια του κεφαλαίου από μόνη της, «αν δεν κάνουμε κάτι κι εμείς», ενώ είναι βέβαιο ότι θα εκραγεί στα «χέρια» του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς αν συνεχίσει να πορεύεται με το ίδιο πνεύμα.

Να θυμίσουμε εδώ, ότι μετά την κρίση του 1929-33 το εργατικό κίνημα απομακρύνθηκε από την ταξική γραμμή, μετατρεπόμενο σε δύναμη που χρωματιζόταν όχι από τον αγώνα κατά της εκμετάλλευσης αλλά από την αποδοχή της εκμετάλλευσης και τη μάχη να γίνεται αυτή «με καλύτερη τιμή και με κοινωνικό κράτος», ότι η γερμανική σοσιαλδημοκρατία ερωτοτροπούσε ακόμη και με το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, ότι το ΚΚ ΗΠΑ κατέληξε να είναι απέναντι στο Νιου Ντιλ του Ρούσβελτ ό,τι το ΚΚΕ απέναντι στα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ και ότι η Κομμουνιστική Διεθνής ακροβατούσε μεταξύ των απόψεων περί «σοσιαλφασισμού» και των «λαϊκών αντιφασιστικών μετώπων», που είχαν ως βάση την από τα πάνω συμμαχία με τη σοσιαλδημοκρατία, τον ειρηνικό δρόμο (τότε!), τη δημοκρατική κυβέρνηση μέσω εκλογών και την αποσύνδεση του φασισμού από το κοινωνικό του υπόβαθρο.
Να θυμίσουμε επίσης, ότι και η κρίση του 1973-75 συνδέθηκε –μετά τις χαμένες μάχες των ανθρακωρύχων της Αγγλίας και των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας στις ΗΠΑ- με κορυφαίες μεταλλαγές, με το υπάρχον συνδικαλιστικό κίνημα να αποδιαρθρώνεται και να αστικοποιείται ανοιχτά, μετατρεπόμενο σε συμπληρωματική δύναμη των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων, με τη σοσιαλδημοκρατία να μετατρέπεται σε βασικό πυλώνα των αναδιαρθρώσεων αυτών και με την Αριστερά να φτάνει –είτε μέσα από τον ευρωκομμουνιστικό δρόμο της Ιταλίας, είτε μέσα από τον «ορθόδοξο» της Ελλάδας είτε μέσα από τον ενδιάμεσο της Γαλλίας- σε συγκυβερνήσεις, οικουμενικές και «πληθυντικές» κυβερνήσεις και να ταπεινώνεται-απαξιώνεται στις συνειδήσεις πάνω απ’ όλα αυτών που υποτίθεται θέλει να εκπροσωπήσει.
Μεγάλη, συνεπώς, η πρόκληση για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά στην παρούσα κρίση – ιδιαίτερα αν κριτήριό τους γίνει η συνείδηση και η συμπεριφορά των εργαζομένων και των νέων, η στάση τους απέναντι στους αγώνες και την πολιτική πάλη. Θα ‘λεγε κανείς, ότι δίλημμα μοιάζει να τίθεται ως εξής:

Ή το εργατικό κίνημα θα ανασυγκροτηθεί ριζικά σε ταξική-χειραφετητική βάση σε μορφές και περιεχόμενο, δημιουργώντας μια πραγματικά νέα και αξιόμαχη απέναντι στο κεφάλαιο κατάσταση, είτε θα περάσουμε από το υποταγμένο (που κυριάρχησε μετά την κρίση του 1929-33) και το αστικοποιημένο (που κυριάρχησε μετά την κρίση του 1973-75), στο αποσαρθρωμένο, ανύπαρκτο και απαξιωμένο συνδικαλιστικό κίνημα.

Κι ακόμα, ή η Αριστερά θα ανασυγκροτηθεί σε πραγματικά επαναστατική βάση, με αξιακό-θεωρητικό πλούτο και συνενώνοντας σε μια πολιτική γραμμή ρήξης, ανατροπής και κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης κάθε ριζοσπαστικό-αντικαπιταλιστικό σκίρτημα και τάση είτε θα μετατραπεί σε γραφικό περιθώριο και άκακο οικόσιτο του συστήματος.

Τα διλήμματα αυτά θα κριθούν πρώτα απ’ όλα μέσα στους εργασιακούς χώρους.

Η αδυναμία του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που στα χρόνια της ναζιστικής ανόδου διέθετε δυνάμεις μόνο στους ανέργους – και άρα κατεύθυνε εκεί τη δράση του-, είναι χαρακτηριστική. Όπως χαρακτηριστική η αδυναμία του ΚΚ ΗΠΑ να αρθρώσει ένα διαφορετικό λόγο όταν ένα εκατομμύριο σιδηροδρομικοί δέχτηκαν την ίδια περίοδο εθελουσίως τη μείωση των αποδοχών τους, σε μια κίνηση που χαρακτηρίστηκε «πράξη πολιτική σύνεσης».

Μπορούμε, μήπως να ακολουθήσουμε τον ίδιο δρόμο, κλείνοντας τα μάτια απέναντι στα 500 σχεδόν ελληνικά εργοστάσια όπου –χωρίς να ανοίξει ρουθούνι- έχει γίνει στην ουσία αποδεκτή η πρόταση Μίχαλου;
Επίσης –και από μία άποψη, πάνω απ’ όλα- τα διλήμματα αυτά θα κριθούν στην ποιότητα της συνολικής πολιτικής γραμμής της Αριστεράς.
Θα κατακτήσει και θα δοκιμάσει στην πράξη, με όρους μαζικούς και μετωπικούς, μια πολιτική γραμμή απόκρουσης, ρήξης και ανατροπής τόσο των συνεπειών της κρίσης όσο και της αστικής γραμμής υπέρβασής της, τόσο των πολιτικών διαχειριστών και των πυλώνων αυτής της πολιτικής όσο και των ίδιων των εκμεταλλευτικών θεμελίων του κεφαλαιοκρατικού συστήματος που αναπαράγει τις κρίσεις και συνθλίβει τις εργατικές ανάγκες τόσο στη φάση της κρίσης όσο και σε εκείνη της «ανάπτυξης»;
Ανεπαρκής ο ρυθμιστικός ρόλος της αγοράς που ζήσαμε τις προηγούμενες δεκαετίες μια τεράστια πλύση εγκεφάλου υπέρ των περίπου μαγικών ιδιοτήτων της ελεύθερης αγοράς, από τη μια, κι ένα κυρίαρχο πρότυπο κριτικής στο σύγχρονο καπιταλισμό που εστίαζε τα βέλη της ακριβώς σε σε αυτή του την πλευρά.

Βέβαια, ο μύθος της ελεύθερης αγοράς δεν είναι νέος. Αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της αστικής ιδεολογίας κι έχει στο κέντρο του την ιδέα ότι το κεφαλαιοκρατικό σύστημα έχει τη σύμφυτη ιδιότητα να εξαλείφει τις ανισορροπίες και να επανέρχεται στην ισορροπία, με τη βοήθεια που του δίνει το «αόρατο χέρι της αγοράς» κατά τον Άνταμ Σμιθ.

Η κρίση καταρρίπτει με τον πιο δραματικό τρόπο το μύθο αυτό και αποκαλύπτει την ανεπάρκεια του ρυθμιστικού ρόλου της αγοράς.

Αποκαλύπτει στα μάτια όχι των μυημένων αλλά της εργατικής πλειονότητας πλέον ότι οι πολυδιαφημισμένες αγορές δεν είναι παράγοντας προόδου και ανάπτυξης των εργατικών δικαιωμάτων και αποτροπής των κρίσεων, αλλά παράγοντας συντριβής των πρώτων και όξυνσης ων δεύτερων.

Τούτη τη διαπίστωση -και τους κινδύνους για το σύστημα που εμπεριέχει- υποδηλώνουν και οι τοποθετήσεις πολλών δημοσιολόγων που παρομοιάζουν την παρούσα κρίση με την πτώση του τείχους του Βερολίνου και το 1989 των καταρρεύσεων για την Αριστερά.

Αλλοίμονο αν η Αριστερά και το εργατικό κίνημα αφήσουν ανεκμετάλλευτη και δεν διευρύνουν αυτή τη ρωγμή στην αστική ιδεολογία.

Αλλοίμονο αν δεν την αξιοποιήσουν, επιχειρώντας μια μακροπρόθεσμης στόχευσης αξιακή μεταβολή στις συνειδήσεις σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.

Βεβαίως, για να το πετύχουν αυτό δεν αρκεί να καταγγέλλουν μόνο τις ακρότητες και τις υπερβολές της αγοράς ή τους φονταμενταλιστές της ή απλώς την έλλειψη ρυθμιστικών κανόνων – αυτό θα τους οδηγούσε στην αγκαλιά της σοσιαλδημοκρατίας και -γιατί όχι- ενός «νεοφιλελεύθερου κείνσιανισμού», με κάποιο έλεγχο των αγορών, σαν αυτόν που προτείνουν ο Σαρκοζί, ο Ομπάμα και η Μέρκελ.

Χρειάζεται να αντιπαρατεθούν στην ίδια της ουσία και τη λειτουργία της αγοράς στον καπιταλισμό, στην οργανική της διαπλοκή με την παραγωγή και την εκμετάλλευση, στη σύνδεσή της με την ιδιωτική ιδιοκτησία και την ιδιωτική ιδιοποίηση του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου.

Τότε πραγματικά ο «λόγος κατά της αγοράς» θα γίνει βαθύς αντικαπιταλιστικός λόγος.

ΑΝΑΓΚΗ ΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ: Όχι στην ταξική συνεργασία

Ένα βασικότατο καθήκον του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς είναι να μιλήσουν για την κρίση και τη διέξοδο από αυτή με ιδεολογικούς όρους διαφορετικούς από εκείνους της αστικής πολιτικής οικονομίας, με όρους που θα αναπτύσσουν την ταξική θέαση, θα διεκδικούν μια αξιακή ρεβάνς μετά το «σοκ του 1989», θα προωθούν την επαναστατική συνείδηση.


Χωρίς αποφασιστική στροφή σε αυτό το πεδίο, είναι αδύνατο να σκεφτούμε πώς θα υπάρξουν σήμερα αποτελεσματικοί αγώνες ενάντια στις συνέπειες της κρίσης και της αστικής πολιτικής υπέρβασής της.

Μη φανταστεί κανείς ότι αυτή η στροφή αφορά μόνο την ιδεολογική παρέμβαση των πολιτικών πρωτοποριών - αφορά και τις ζυμώσεις στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, στις συλλογικότητες, στις συνελεύσεις, στους αγώνες της.

Κάθε ψαλίδισμα της θεωρητικής ζύμωσης σε αυτές τις διεργασίες -σήμερα περισσότερο από ποτέ- θα εξελίσσεται σε ούριο άνεμο της αγωνιστικής απραξίας και του συμβιβασμού.

Επίσης, ανάλογο αποτέλεσμα θα έχει κάθε αυταπάτη ότι θέσεις συνδιαλλαγής εκφράζονται απλώς από την «πουλημένη ΓΣΕΕ», ενώ αντίθετα οι ίδιοι οι εργαζόμενοι είναι «αγνοί κι αμόλυντοι», απλώς παρασύρονται από τη «συνδικαλιστική γραφειοκρατία» ή τους άσχημους συσχετισμούς.

Πρώτα απ΄όλα, λοιπόν, η Αριστερά και το εργατικό κίνημα οφείλουν να δείξουν ότι η οικονομία και η κοινωνία δεν είναι ένα ενιαίο «σπίτι», κοινό για όλους, που πρέπει να σωθεί από την κρίση με «κοινή προσπάθεια και συνεργασία όλων των κοινωνικών συντελεστών» - αλλά ταξικό «σπίτι», που έχει ως θεμέλια την εκμετάλλευση και την ατομική ιδιοποίηση του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου.

Όποτε το εργατικό κίνημα υιοθέτησε την πρώτη λογική, κατέληξε στα βαλτόνερα της ταξικής συνεργασίας και συνδιαλλαγής, στη συνευθύνη για το ξεπέρασμα της κρίσης, στην αποδοχή της μείωσης των μισθών ή της περιστολής δικαιωμάτων και της εργασιακής ευελιξίας είτε σε επιχειρησισιακό, είτε σε κλαδικό είτε σε πανεθνικό επίπεδο.

Από αυτή την άποψη πρέπει να γίνεται πάντα φανερό ότι η κρίση δεν πλήττει ίδια τους εργαζόμενους και το κεφάλαιο (τους πρώτους τους συνθλίβει, στο δεύτερο απλώς μειώνει τα κέρδη και την αποσπούμενη υπεραξία) και ότι η «εθνική προσπάθεια» ή η «κοινή πλάτη» σε επίπεδο επιχείρησης για την υπέρβαση της κρίσης δεν κοστίζει σε όλους το ίδιο: από τα 8 τρισ. δολάρια που χάθηκαν πρόσφατα στην αγορά κατοικίας στις ΗΠΑ, τα 7 είναι απώλειες των μισθωτών και μόνο 1 των τραπεζών.

Όσο για τα αλλεπάλληλα δις ρευστότητας για το ξεπέρασμα της κρίσης, θα μπούν στις επιχειρηματικές τσέπες, αφού -μέσω της φορολογίας και της λιτότητας- βγούν από τις τσέπες των εργαζομένων.
Έπειτα, η Αριστερά και το εργατικό κίνημα, οφείλουν να δείχνουν ότι η ανάπτυξη και οι περιβόητοι δείκτες της επίσης δεν είναι μια κοινωνικά ουδέτερη και χωρίς πρόσημο διαδικασία, που πρέπει να την επιζητούμε πάση θυσία και με κάθε τίμημα, για να ξεφύγουμε από την κρίση.

Αν το εργατικό κίνημα εγκλωβιστεί μόνο σε αυτό το ποσοτικό επίπεδο (και δεν ασχοληθεί επίσης με το περιεχόμενο της ανάπτυξης, το χαρακτήρα της, τις καταστροφές που επιφέρει στη φύση και τις ανθρώπινες ανάγκες κ.λπ.), είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα μετατραπεί σε ουρά εκείνης της αστικής στρατηγικής που υπόσχεται ή εξασφαλίζει υψηλότερους αναπτυξιακούς ρυθμούς και -διά μέσου αυτών- χαμηλότερη ανεργία και, ενδεχομένως, καλύτερες αποδοχές.
Αυτό ακριβώς έγινε μετά το 1929, όταν το εργατικό κίνημα και η Αριστερά έγιναν ουρά του κεϊνσιανισμού-φορντισμού, ασκώντας κριτική όχι στην ουσία του εκμεταλλευτικού μοντέλου που οικοδομούσαν, αλλά κατά βάση στην ταχύτητα των αναπτυξιακών ρυθμών (που υπολείπονταν εκείνων της ΕΣΣΔ) και διεκδικώντας όχι την κατάργηση της αγοραπωλησίας της εργατικής δύναμης, αλλά απλώς ένα υψηλότερο τίμημα για το εμπόρευμα εργατική δύναμη.

Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 26.4.09

Σάββατο, 2 Μαΐου 2009

ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ



Η εργατική πρωτομαγια γιορτάστηκε σε όλη την χώρα. Ειδικά στις μεγάλες πόλεις (Αθήνα - Θεσσαλονίκη) η συμμετοχή στα μπλόγκ της αντικαπιταλιστικής αριστεράς ήταν εντυπωσιακή. Στην Αθήνα συμμετήχαν πάνω απο 5000.



Δείτε παρακάτω τι δεν έδειξαν τα ελληνικά κανάλια.


Ενημέρωση από εδώ.
Διαβάστε ενημέρωση για την Πρωτομαγιά στην Αθήνα και την εκδήλωση του ΝΑΡ με θέμα “εργατική αντικαπιταλιστική απάντηση στην κρίση” που έγινε στην Αθήνα.
Δείτε από διεθνή τηλεοπτικά μέσα όσα δε δείχνουν τα ελληνικά για όσα έγιναν στην Αθήνα την Πρωτομαγιά...
Ακόμη κατεβάστε το ΠΡΙΝ της Κυριακής 25 Απρίλη από εδώ.


Η συνέντευξη του σύντροφου Δ.Δεσσυλα για την συμμετοχή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις Ευροεκλογές παρακάτω.